Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

Για μια σκισμένη φωτογραφία

Πρωί. Γύρω στις 9 και κάτι. Αφού έδωσα στα παιδιά το πρωινό τους, συνεχίζω τις δουλειές μου.Μέχρι που κάτι με σταματάει. 

Βγαίνω από το σπίτι και κατευθύνομαι στα σκαλοπάτια για να πάω στην αυλή. Στο κεφαλόσκαλο κάθεται η μικρή και κρατάει ένα παλιό μου πορτοφόλι που της το έδωσα για να παίξει. Και δίπλα της τη βλέπω. Σκισμένη όπως την άφησα/ξέχασα μέσα στο πορτοφόλι. 


Ο παππούς μου. Η φωτογραφία του παππού μου. Του δεύτερου μου πατέρα. Έτσι τον νιώθω. Κάθομαι εκεί στα σκαλιά και συναρμολογώ τη φωτογραφία. Πόσο καιρό έχω να θυμηθώ τον παππούλη μου? Γιατί τη γιαγιά τη θυμάμαι κάθε τόσο? Ο παππούς που πήγε? Κοιτάω τη φωτογραφία και σκέφτομαι ότι τον έχω ξεχάσει, δεν τον αναγνωρίζω. Πόσο πολύ μοιάζει με τον θείο μου?!

Σκέφτομαι ότι σε λίγες μέρες θα ήταν η γιορτή του. Τον θυμάμαι την τελευταία φορά στο πανηγύρι στο χωριό που σαν μεγαλύτερος από όλους και εορτάζων έπρεπε να χορέψει πρώτος. Σηκώθηκε. Η ορχήστρα ήξερε το τραγούδι του. Χόρεψε. Σε έναν χορό ήσυχο στρωτό όπως μόνο οι παλιοί ξέρουν να χορεύουν μα και στητό, περήφανο παρά τα 91 του χρόνια. Μόλις τελείωσε το τραγούδι, τον χειροκρότησαν όλοι και τον συνόδευσαν να καθήσει.

Α! Όλοι τον σέβονταν τον παππού και πολλοί ήταν αυτοί που υπολόγιζαν την γνώμη του. Πρώτη και καλύτερη εγώ. Τι θα έλεγε ο παππούς ήταν νόμος για εμένα. Μπορεί με όλους τους άλλους να ήμουν (και να είμαι) αντιδραστική, με τον παππού όμως ποτέ. Χαλί να γίνω να με πατήσει. Και εκείνος δείχνοντας την αδυναμία του έλεγε: Η Νίκη μπορεί να σε πάει στη Νέα Υόρκη και να σε φέρει σε μία μέρα!

Ρούσα με έλεγε. Με άφηνε να του χτενίζω τα μαλλιά, αυτά που παρά τα χρόνια και τις κακουχίες δεν είχαν ούτε μία άσπρη τρίχα. Πότε τα πήγαινα δεξιά, πότε αριστερά, πότε καρφάκια. Μετά έπιανα τα δάχτυλά του. Τα μήλα τους είχαν σωθεί από την ηλικία. "Θα τα κάνω εγώ καλά παππού", του έλεγα. Και τα πατούσα δήθεν ότι γιατρεύονταν. "Α ρούσα μου να ζήσεις χίλια χρόνια, ευχαριστώ".

Και φτάνω ξανά στο σήμερα που ήρθε να με ταρακουνήσει μία σκισμένη φωτογραφία. Πόσα πράγματα θα ήταν διαφορετικά αν ζούσε ο παππούς...

Ασυμβίβαστος πάντα. Το 1952 ήταν ο μοναδικός από όλο το χωριό που βάπτισε ένα νόθο παιδάκι, μιας και κανένας άλλος δεν ήθελε να το βαπτίσει. Αφού τους πέρασε όλους από σαράντα γενεές πρώτα, είπε στη μάνα του παιδιού να ετοιμάζεται για τη βάπτιση. Και στο τέλος όλοι του έλεγαν μπράβο για το σκεπτικό του.
Ήταν αυτός που είχε παιδί εκτός γάμου, μιας και με τη γιαγιά είχαν κάποια μακρινή συγγένεια και δεν τους άφηναν να παντρευτούν. Δεν τον πτόησε όμως να ζήσει μαζί με τη γιαγιά να κάνουν ένα παιδί και μετά από δύο χρόνια να πάρουν την άδεια για τον γάμο και να ακολουθήσουν άλλα δύο παιδιά.

Και τελικά σκέφτομαι τώρα αυτό που μου λένε όλοι. Πως μάλλον του μοιάζω στη σκέψη, στη συμπεριφορά, στο φέρσιμο. Αν δεν ήμουν ασυμβίβαστη άλλωστε θα πήγαινα κόντρα σε όλους για να είμαι με τον άνθρωπό μου?!
Και όπως καλά είπε κάποιος εκείνες τις μέρες, αν ζούσε ο παππούς θα με στήριζε.
Γιατί αν και ο παππούς δεν είχε πολλές γνώσεις έλεγε πως μπροστά στην ευτυχία των παιδιών δεν μπαίνει κανείς. Και ήταν κάτι που δεν το έλεγε μόνο. Το εννοούσε κιόλας!

Κρατάω τις ιστορίες που μας έλεγε από το αλβανικό μέτωπο όπου υπηρέτησε στον πόλεμο σαν λοχίας σαν φυλαχτό. Όλα καταγεγραμμένα με κάθε λεπτομέρεια να παραδωθούν στους επόμενους. 

Να είσαι καλά παππούλη εκεί που είσαι, να μας κοιτάς και να μας σκεπάζεις!!